Υγρόν πυρ


Το βασικό όπλο, στο οποίο οφειλόταν η υπεροχή του βυζαντινού πολεμικού ναυτικού, ήταν αναμφίβολα το υγρό πυρ, "πυρ θαλάσσιον" ή "Μηδικόν πυρ", όπως αλλιώς ονομαζόταν, που αποτελούσε την πιο τελειοποιημένη έκδοση των πολεμικών εμπρηστικών υλικών που υπήρχαν ως τότε. Από την αρχαιότητα ήδη είχαν χρησιμοποιηθεί εύφλεκτες ύλες που εκτοξεύονταν εναντίον του εχθρού. Το στοιχείο όμως, που έκανε το υγρό πυρ να ξεχωρίζει, καθιστώντας το ένα θανατηφόρο όπλο, ήταν το γεγονός ότι δεν έσβηνε όταν ερχόταν σε επαφή με το νερό.

Εφευρέτης του υγρού πυρός θεωρείται ο Ελληνοσύρος αρχιτέκτονας Καλλίνικος, που εξόπλισε με αυτό τα πλοία που υπερασπίστηκαν με επιτυχία την Κωνσταντινούπολη εναντίον των Αράβων το 717-718. Η συμβολή του Καλλίνικου θα ήταν ίσως η βελτιστοποίηση του τρόπου με τον οποίο εκτοξευόταν το υγρό πυρ. Η σύνθεσή του συνιστά μυστήριο μέχρι και σήμερα, αφού τα συστατικά και ο τρόπος παρασκευής του αποτελούσαν κρατικό μυστικό. Ο φόβος του αναθέματος αλλά  και οι ποινές που θα αντιμετώπιζε όποιος αποκάλυπτε τη μυστική  φόρμουλα ήταν μεγάλες. Κατά πάσα πιθανότητα, το υγρό πυρ ήταν ένα μείγμα από νάφθα και θειάφι, ενώ συστατικά όπως ο ασβέστης, η ρητίνη και άλλα καύσιμα υλικά ενίσχυαν τη δυνατότητα ανάφλεξης. Φυσικές πηγές νάφθας βρίσκονταν στην περιοχή μεταξύ Κασπίας και Μαύρης Θάλασσας και στην Αραβία.

Οι Άραβες, παράλληλα με τους Βυζαντινούς, είχαν επίσης ανακαλύψει και με επιτυχία χρησιμοποιήσει εμπρηστικά μείγματα με κύρια συστατικά τη νάφθα και την υγρή πίσσα, που δεν έσβηναν με νερό, παρά μόνο με άμμο. Η συνεχής επαφή μεταξύ των δύο λαών, οι ανταγωνισμοί και η κατασκοπεία, καθιστούν ελάχιστα πιθανή την ύπαρξη "μυστικών" όπλων, όπως το υγρό πυρ.
Το υγρό πυρ φυλασσόταν μέσα σε μακρόστενα σκεύη, πήλινα ή μεταλλικά, τα οποία ονομάζονταν "σίφωνες". Η ρίψη τους γινόταν από ειδικές εκτοξευτικές μηχανές που βρισκόταν στις πλώρες των πλοίων. Οι μηχανές αυτές ήταν μάλλον βαλλίστρες, δηλαδή μεγάλων διαστάσεων ξυλοκατασκευές που είχαν μηχανισμό όμοιο με αυτόν του τόξου και έριχναν πέτρες ή βέλη.

Υπήρχαν επίσης και "χειροσίφωνες", οι οποίοι ενδεχομένως ήταν μικρά πήλινα ή μεταλλικά αγγεία γεμάτα με υγρό πυρ, που θα ρίχνονταν εναντίον των εχθρών, όπως οι σημερινές χειροβομβίδες.

Το υγρό πυρ, κατά κύριο λόγο χρησιμοποιήθηκε στις ναυμαχίες. Η κύρια επιτυχία του ήταν ότι επέφερε τη σύγχυση και τον πανικό στον εκάστοτε εχθρικό στόλο, που τρεπόταν σε φυγή εξαιτίας της πυρκαγιάς και της κακής επίδρασης στο ηθικό των πληρωμάτων των πλοίων. Το υγρό πυρ ήταν σε χρήση από του Βυζαντινούς κατά κύριο λόγο μέχρι το 13ο αιώνα.


Γλωσσάρι (1)

νάφθα: προϊόν απόσταξης του αργού πετρελαίου με θερμοδυναμική αξία μεταξύ βενζίνης και κηροζίνης.


Πληροφοριακά Κείμενα (2)

Καλλίνικος: Έλληνας αρχιτέκτονας που θεωρείται ο εφευρέτης του υγρού πυρός. Γεννήθηκε το πρώτο τέταρτο του 7ου αιώνα στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου και σπούδασε Φυσική, Φιλοσοφία και Μηχανική στην σχολή της Νισίβης με δασκάλους Σύριους Νεστοριανούς μοναχούς. Εκεί ο Καλλίνικος προφανώς διδάχθηκε και τις αρχές της Χυμευτικής, αλλά και της Αλχημίας, επιστημών οι οποίες παράλληλα με τις έρευνες για τους τρόπους μετατροπής αγενών μετάλλων σε χρυσό έγιναν αιτία ανακάλυψης πολλών χημικών συνθέσεων και φαρμάκων. Πειραματιζόμενος με τη νάφθα, το πετρέλαιο και τα προϊόντα απόσταξής του, αλλά και με τη ρητίνη αειθαλών δέντρων, όπως το πεύκο, την κυπάρισσο και τον κέδρο, ο Καλλίνικος –βασιζόμενος και σε σχετικό κείμενο του Πρόκλου– παρήγαγε το υγρό πυρ. Ο Καλλίνικος όταν ζήτησε άσυλο στην Κωνσταντινούπολη το 688 για να ξεφύγει από την αραβική κατοχή, δίδαξε στους Βυζαντινούς όλα όσα αφορούσαν στη χρήση και την κατασκευή του.
Η πόλη : Η Κωνσταντινούπολη, η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χτίστηκε στη θέση της αρχαίας ελληνικής αποικίας: Βυζάντιο, στην τριγωνική χερσόνησο που σχηματίζεται μεταξύ του Κεράτιου κόλπου, του Βοσπόρου και της θάλασσας του Μαρμαρά σε μια εξαιρετική θέση που ήλεγχε εμπορικά τον δρόμο Αιγαίου-Ευξείνου Πόντου. Την ίδρυσε ο Μέγας Κωνσταντίνος το 330 μ.Χ. με σκοπό να δημιουργήσει μια πόλη ισάξια της Ρώμης σε λαμπρότητα, πλούτο και δύναμη. Η πόλη αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα· αυτό προκάλεσε προβλήματα χώρου και υποδομών, οπότε ο Θεοδόσιος ο Α’ επέκτεινε την πόλη προς Δυσμάς, φτιάχνοντας καινούργια ισχυρά τείχη, τα οποία οχύρωσαν την πόλη μέχρι το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Κωνσταντινούπολη διαμορφώθηκε πολεοδομικά παρόμοια με τη Ρώμη. Ένας κεντρικός δρόμος, η Μέση οδός, συνέδεε το παλάτι με τη Χρυσή πύλη. Πάνω σε αυτόν τον δρόμο φτιάχτηκε ο Φόρος, μια κυκλική πλατεία με ένα άγαλμα του Κωνσταντίνου τοποθετημένο πάνω σε ένα κίονα. Στην πλατεία αυτή χωροθετήθηκαν και άλλα δημόσια κτίρια. Αργότερα ο Θεοδόσιος ο Α’ και ο Αρκάδιος δημιούργησαν κι άλλους Φόρους με τα δικά τους αγάλματα. Τον 6ο αιώνα ο Ιουστινιανός, μετά τη στάση του Νίκα, κόσμησε την Κωνσταντινούπολη με λαμπρά οικοδομήματα, ανάκτορα, λουτρά και δημόσια κτίρια.. Τότε κτίστηκε και ο ναός της Αγίας Σοφίας που αποτέλεσε σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Κατά τον 7ο και 8ο αιώνα η Κωνσταντινούπολη αντιμετώπισε μεγάλα προβλήματα που την αποσυντόνισαν: επιθέσεις από τους Αβάρους (πολιορκία το 674) και τους Άραβες (επιθέσεις το 674 και το 717-718), φυσικές καταστροφές (μεγάλος καταστροφικός σεισμός το 740), και επιδημίες (πανώλη το 747). Μικρή οικοδομική δραστηριότητα αναπτύσσεται κατά τον 8ο και 9ο αιώνα, που περιλαμβάνει κυρίως ενίσχυση της οχύρωσης της πόλης. Mε την ανάκαμψη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 9ο-11ο αιώνα, η Κωνσταντινούπολη κατέστη η πολυπληθέστερη πόλη του τότε χριστιανικού κόσμου, στην πλειοψηφία της Ελληνόφωνη, σε συνύπαρξη με πολλές άλλες εθνότητες, όπως: Εβραίους, Αρμένιους, Ρώσους, Ιταλούς έμπορους, Άραβες, καθώς και μισθοφόρους από τη δυτική Ευρώπη και τη Σκανδιναβία. Αυτήν την περίοδο χτίζονται πολλά δημόσια κτίρια, ιδιωτικά και εκκλησιαστικά, με έμφαση σε συστάσεις ιδρυμάτων κοινωφελούς σκοπού, όπως νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία και σχολεία. Μεγάλη ακμή γνωρίζει η ανώτερη εκπαίδευση, χάρη στη μέριμνα του κράτους αφενός, αλλά και την εμφάνιση σημαντικών λογίων αφετέρου. Η αναγέννηση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τα μέσου του 11ου αιώνα, όταν άρχισαν τα οικονομικά προβλήματα λόγω κακής διαχείρισης, αλλά και λόγω δυσμενών εκβάσεων εξωτερικών επιχειρήσεων της αυτοκρατορίας. Η πρώτη διέλευση των Σταυροφόρων από την Κωνσταντινούπολη ήταν τελείως ανώδυνη, όμως στη Δ’ σταυροφορία, το 1204, οι Φράγκοι την κατέλαβαν και τη λεηλάτησαν, ενώ σφαγίασαν, αιχμαλώτισαν και εκδίωξαν τους κατοίκους της. Την ανακατέλαβε το 1261 ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, ο οποίος ανοικοδόμησε τα περισσότερα μνημεία και τα τείχη, χωρίς όμως να καταφέρει να δώσει ξανά στην πόλη τη λάμψη και την αίγλη του παρελθόντος Αποδυναμωμένη η αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει την ορμή των Οθωμανών, με αποτέλεσμα να πέσει η Κωνσταντινούπολή στα χέρια τους το 1453. Με την Άλωση επήλθε οριστικά η κατάλυση της αυτοκρατορίας. Η πνευματική όμως παράδοση του Βυζαντίου παρέμεινε ακόμη αξιοσημείωτη, καθώς πολλοί λόγιοι εγκαταστάθηκαν στις κτήσεις των Βενετών στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, αλλά και στα ίδια τα κράτη της Ευρώπης και μεταλαμπάδευσαν την Ελληνική παιδεία στη Δύση.


Βιβλιογραφία (7)

1. Ιστορία του ελληνικού έθνους, Αθήνα

2. Babuin, Α., Τα επιθετικά όπλα των Βυζαντινών κατά την ύστερη περίοδο: 1204 – 1453, Ιωάννινα, 2009

3. Κόλλιας Τ., Απ’ των κάστρων τις χρυσόπορτες, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, 1998

4. Κόλλιας Τ., Τεχνολογία και Πόλεμος στο Βυζάντιο, 2005

5. Η Αλχημία στα Βυζαντινά χρόνια, 2008

6. ‘Βυζαντινών Πολεμικά’ σε Ψηφίδες του Βυζαντίου

7. Κορρές Θ., Υγρόν πυρ». Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής, Θεσσαλονίκη, 1989


Σχόλια (0)