Κωνσταντινούπολη - Ρώμη: «Μέγας Κωνσταντίνος»

Θεσσαλονίκη - Μυστράς: «Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος»

Κωνσταντινούπολη - Κρήτη: «Νικηφόρος Φωκάς»

test

diadromi map

Aναζήτηση Διαδρομών

anan

Η μονή Καισαριανής
Convert HTML to PDF

Η Mονή Καισαριανής, αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου, βρίσκεται στη δυτική κλιτύ του Υμηττού, μέσα σε δενδρόφυτο τοπίο με πηγές, δύο περίπου χιλιόμετρα από τον ομώνυμο Δήμο. Το μοναστήρι αναφέρεται ως Καισαριανή σε επιστολή του Μιχαήλ Χωνιάτη το 1200, ενώ το 1208, αφού έχει πλέον περάσει στα χέρια καθολικών μοναχών, ως Santa Syriani από τον πάπα Ιννοκέντιο Γ’.
 
Η Μονή υπαγόταν απευθείας στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και είχε εξασφαλίσει διάφορα προνόμια, καθώς και φορολογική απαλλαγή, γεγονός που την οδήγησε σε οικονομική ευρωστία κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε και στα χρόνια της Φραγκοκρατίας αλλά και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, και φανερώνει τη μεγάλη ισχύ και επιρροή των ηγουμένων της Μονής. Το 1833 διαλύθηκε με διάταγμα της Αντιβασιλείας του Όθωνα.

Το πρώτο χριστιανικό κέντρο βρισκόταν σε ύψωμα νοτιοδυτικά, στη θέση του Κοιμητηρίου των Πατέρων. Σήμερα, στη θέση αυτή σώζονται τα λείψανα παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου-6ου αιώνα, όπου και κτίσθηκε τον 10ο αιώνα άλλος ναός. Νότια και σε επαφή με το ναό αυτό κτίσθηκε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας η καθολική εκκλησία του Αγίου Μάρκου, απ’ όπου και η ονομασία Φραγκομονάστηρο. Στα δυτικά τους σώζεται ο νεότερος ναός των Ταξιαρχών του 17ου αι.
Το μοναστηριακό κέντρο μεταφέρθηκε τον 11ο αι. στην ασφαλέστερη σημερινή του θέση. Από τα κτίρια της Μεσοβυζαντινής περιόδου σώζονται σήμερα το καθολικό και ο λουτρώνας – ένα από τα ελάχιστα δείγματα μοναστηριακών λουτρώνων που σώζονται στον ελλαδικό χώρο. Τα υπόλοιπα κτίσματα (τράπεζα, εστία, κελιά) είναι μεταγενέστερα. Τα κελιά αναπτύσσονται στη νότια πλευρά του περιβόλου που από ανασκαφική έρευνα διαπιστώθηκε ότι θεμελιώνονται στα ερείπια βυζαντινών κελιών. Η κύρια, διώροφη σήμερα, πτέρυγα διαχωρίζεται από τριώροφο κτίσμα, που είναι γνωστό ως Πύργος των Μπενιζέλων.

Ο ναός ανήκει στον τύπο του ημισύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου . Η τοιχοδομία ακολουθεί το χαρακτηριστικό, για τον ελλαδικό χώρο, πλινθοπερίκλειστο σύστημα . Ο εξωτερικός διάκοσμός είναι λιτός, με οδοντωτές ταινίες και γείσα μόνο στον τρούλο , ενώ δεν υπάρχουν κουφικά κοσμήματα ή άλλα πλίνθινα διακοσμητικά στοιχεία. Ο τρούλος φωτίζεται από οκτώ μονόλοβα παράθυρα που περιβάλλονται από διπλά πλίνθινα τόξα. Χαρακτηριστικό είναι το μεγάλο λίθινο τόξο στη βόρεια κεραία του ναού το οποίο διακρίνεται για την αρτιότητα της λάξευσης των λίθων. Στη αψίδα του ιερού υπάρχει μεγάλο δίλοβο παράθυρο με πινάκιο στο πάνω μέρος.

Εσωτερικά, οι κίονες που στηρίζουν τον τρούλο προέρχονται από προγενέστερα κτίρια, ενώ το μαρμάρινο τέμπλο που σήμερα σώζεται αναστηλωμένο, είναι σύγχρονο με τον ναό. Για τη χρονολογία ανέγερσης του καθολικού υπάρχουν δύο απόψεις: η μία την τοποθετεί στο τέλος του 11ου αι. και η άλλη αργότερα, στον 12ο αι. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του κυρίως ναού, χρονολογείται στις αρχές του 18ου αι. και αποτελεί έργο δόκιμου ζωγράφου ακαδημαϊκής παιδείας.

Μεταγενέστερος είναι ο τρουλαίος τριμερής νάρθηκας του ναού καθώς και το παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου στη νότια πλευρά του. Ο νάρθηκας χρονολογείται στον 17ο αι. και φέρει τοιχογραφίες του 1682 που είναι έργο του Πελοποννήσιου ζωγράφου, Ιωάννη Ύπατου. Στην ίδια περίοδο εντάσσεται και η αγιογράφηση του παρεκκλησίου του Αγίου Αντωνίου.


Βιβλιογραφία (12)


Σχόλια (0)

Νέο Σχόλιο